Ενσυναίσθηση ή Συναισθηματική Μόλυνση; Όταν η ευαισθησία γίνεται συγχώνευση 

Στις θεραπευτικές μας συζητήσεις, συναντώ συχνά ανθρώπους που περιγράφουν τον εαυτό τους ως «πολύ ενσυναισθητικό». «Νιώθω βαθιά τους άλλους», περιγράφουν και πράγματι, πίσω από αυτή τη φράση υπάρχει μια αυθεντική ικανότητα σύνδεσης. Όμως, καθώς δουλεύουμε πιο βαθιά, αναδύεται μια σημαντική πληροφορία: αυτό που βιώνουν δεν είναι ενσυναίσθηση, αλλά συχνά μια μορφή συναισθηματικής απορρόφησης, συγχώνευσης ή συνεξάρτησης με τους άλλους.

Επιστημονικά, η ενσυναίσθηση (empathy) ορίζεται ως η ικανότητα κατανόησης του εσωτερικού κόσμου του άλλου, τόσο σε γνωστικό όσο και σε συναισθηματικό επίπεδο, διατηρώντας όμως τη διαφοροποίηση. Πρόκειται για μια συνειδητή διεργασία, η οποία προϋποθέτει επίγνωση και αυτορύθμιση: μπορώ να νιώσω «σα να είμαι εσύ», χωρίς όμως να ξεχνώ όμως ότι είμαι εγώ. Αυτή η ικανότητα σχετίζεται με την ανάπτυξη της συμπόνιας και οδηγεί σε υποστηρικτική, αλλά όχι κατακλυστική, εμπλοκή.

Αντίθετα, η συναισθηματική μόλυνση (emotional contagion) είναι μια αυτόματη και ασυνείδητη διαδικασία. Τα συναισθήματα του άλλου μεταδίδονται χωρίς φίλτρο, χωρίς σαφή όρια μεταξύ «εγώ» και «άλλου». Το άτομο δεν κατανοεί απλώς το συναίσθημα — το απορροφά και το βιώνει ως δικό του. Αυτή η διαδικασία είναι συχνά μιμητική και βραχύβια, αλλά μπορεί να γίνει ιδιαίτερα επιβαρυντική όταν επαναλαμβάνεται συστηματικά.

Εδώ ακριβώς συναντάμε και τη γέφυρα με την συνεξάρτηση. Πολλοί άνθρωποι που έχουν μάθει από νωρίς  να «σκανάρουν» το περιβάλλον για να διατηρήσουν τη σύνδεση ή την ασφάλεια, αναπτύσσουν μια αυξημένη ευαισθησία στα συναισθήματα των γύρω τους. Όμως αυτή η ευαισθησία δεν συνοδεύεται πάντα από εσωτερικά όρια. Έτσι, αντί για ενσυναίσθηση, βιώνεται ως συγχώνευση.

Η βασική διαφορά είναι κρίσιμη:

  • Στην ενσυναίσθηση, υπάρχει επίγνωση των ορίων: «Αυτό που νιώθεις σου ανήκει, και μπορώ να το καταλάβω χωρίς να το πάρω πάνω μου».

  • Στη συναισθηματική μόλυνση, το συναίσθημα γίνεται προσωπική εμπειρία: «Αυτό που νιώθεις, το νιώθω κι εγώ σαν να είναι δικό μου».

  • Η ενσυναίσθηση είναι συνειδητή και ρυθμιζόμενη· η συναισθηματική μόλυνση είναι αυτόματη και ανεξέλεγκτη.

  • Η πρώτη οδηγεί σε συμπόνια και ουσιαστική υποστήριξη· η δεύτερη συχνά σε συναισθηματική εξάντληση.

Στο βίωμα των θεραπευόμενών μου, αυτή η διαφορά δεν είναι θεωρητική — είναι βαθιά υπαρξιακή. Όταν πιστεύεις ότι «η αξία μου είναι να νιώθω και να φροντίζω τους άλλους», είναι εύκολο να περάσεις από την ενσυναίσθηση στη συναισθηματική υπερεμπλοκή. Και τότε, η φροντίδα χάνει τη ροή της και γίνεται βάρος.

Στη θεραπεία, ο στόχος δεν είναι να μειωθεί η ευαισθησία, αλλά να πλαισιωθεί. Να αποκτήσει όρια. Να μετακινηθεί από την αυτόματη απορρόφηση στη συνειδητή παρουσία. Να μπορεί κανείς να αναρωτηθεί: «Αυτό που νιώθω τώρα, από πού προέρχεται;» και να αντέξει την απάντηση. Η ώριμη ενσυναίσθηση δεν είναι συγχώνευση, αλλά σχέση. Δεν απαιτεί να χαθείς για να αγαπήσεις, ούτε να πονέσεις για να καταλάβεις. Αντίθετα, προϋποθέτει έναν σταθερό εσωτερικό πυρήνα, που επιτρέπει τη σύνδεση χωρίς απώλεια του εαυτού. Και ίσως αυτή να είναι και η πιο θεραπευτική εμπειρία: να μπορείς να είσαι κοντά στον άλλον, χωρίς να απομακρύνεσαι από εσένα.

Σημείωση: Το παραπάνω κείμενο δεν επέχει θέση θεραπευτικής παρέμβασης, παρά μόνο ενημέρωσης. Στα ιδιωτικά μου γραφεία στην ανατολική Θεσσαλονίκη και στο κέντρο της Αθήνας στο Παγκράτι, αλλά και διαδικτυακά υποστηρίζω άτομα και οικογένειες. Η κλινική μου εμπειρία έχει δείξει ότι νους- ψυχή και σώμα είναι σε διαρκή διάλογο.