Η μνήμη δεν ζει μόνο στον εγκέφαλο

Ως ψυχολόγος και τραυματοθεραπεύτρια, συχνά σκέφτομαι ότι η μνήμη δεν είναι απλώς η ικανότητά μας να θυμόμαστε γεγονότα. Είναι ο τρόπος με τον οποίο η ζωή αφήνει το αποτύπωμά της μέσα μας.

Ο ιππόκαμπος, η περιοχή του εγκεφάλου που συμβάλλει στην οργάνωση και αποθήκευση των αναμνήσεων, αρχίζει να αναπτύσσεται ήδη από την εμβρυϊκή ζωή, όμως συνεχίζει να ωριμάζει στα πρώτα χρόνια της παιδικής ηλικίας. Γι’ αυτό οι περισσότεροι άνθρωποι δεν διατηρούν συνειδητές αναμνήσεις από τα πρώτα 2-3 χρόνια της ζωής τους. Αντίστοιχα, η περιοχή Broca, που σχετίζεται με την παραγωγή του λόγου και την ικανότητά μας να αφηγούμαστε την εμπειρία μας, γνωρίζει σημαντική ανάπτυξη μεταξύ 2 και 5 ετών και συνεχίζει να ωριμάζει κατά τη διάρκεια της παιδικής και εφηβικής ηλικίας.

Ίσως γι’ αυτό οι πρώιμες εμπειρίες, ιδιαίτερα οι τραυματικές, αποτυπώνονται αρχικά ως σωματικές και συναισθηματικές μνήμες και πολύ αργότερα αποκτούν λέξεις και αφήγηση. Με άλλα λόγια, πολλές από τις βαθύτερες μνήμες μας δημιουργήθηκαν σε μια περίοδο όπου ο εγκέφαλος μπορούσε να νιώσει, αλλά δεν μπορούσε ακόμη να αφηγηθεί (ασυνείδητη μνήμη).

Το τραύμα συχνά διαταράσσει αυτή τη φυσική διαδικασία. Κάποιες εμπειρίες είναι τόσο επώδυνες που δεν μπορούν εύκολα να γίνουν λέξεις. Παραμένουν ως αισθήσεις, συναισθήματα ή αντιδράσεις του σώματος. Γι’ αυτό πολλές φορές δεν θυμόμαστε με το μυαλό, αλλά με το σώμα. Ένα σφίξιμο στο στήθος, ένας ανεξήγητος φόβος, μια αίσθηση κινδύνου χωρίς εμφανή αιτία μπορεί να είναι η γλώσσα μιας ασυνείδητης μνήμης που ζητά να ακουστεί.

Και ίσως αυτό που κουβαλάμε να μην ανήκει αποκλειστικά σε εμάς. Η σύγχρονη έρευνα γύρω από το τραύμα και το επιγονιδίωμα δείχνει ότι οι έντονες εμπειρίες μιας γενιάς μπορούν να αφήσουν βιολογικά και ψυχικά ίχνη στις επόμενες. Όχι ως έτοιμες αναμνήσεις, αλλά ως ευαλωτότητες, τρόπους αντίδρασης, φόβους ή σιωπές που μεταφέρονται μέσα στις οικογένειες.

Το επιγονιδίωμα λειτουργεί σαν ένας «διαμεσολαβητής» ανάμεσα στα γονίδια και στο περιβάλλον. Οι εμπειρίες ζωής, ιδιαίτερα το χρόνιο στρες και το τραύμα, μπορούν να επηρεάσουν τον τρόπο με τον οποίο εκφράζονται ορισμένα γονίδια, χωρίς να αλλάζουν το ίδιο το DNA. Με αυτόν τον τρόπο, η ιστορία μιας οικογένειας μπορεί να αφήσει το αποτύπωμά της όχι μόνο στις αφηγήσεις και στις συμπεριφορές, αλλά και στη βιολογία των επόμενων γενεών.

Κάποιες φορές, λοιπόν, θεραπεύουμε κάτι που ξεκίνησε πολύ πριν από εμάς.

Η διαγενεακή μνήμη μάς υπενθυμίζει ότι είμαστε μέρος μιας μεγαλύτερης ιστορίας. Μιας ιστορίας που κατοικεί στις αφηγήσεις που ακούσαμε, σε εκείνες που δεν ακούσαμε ποτέ, αλλά και στα ίχνη που άφησαν οι εμπειρίες των προγόνων μας στο νευρικό τους σύστημα και, πιθανώς, στο δικό μας.

Η θεραπεία δεν έχει στόχο να αλλάξει το παρελθόν. Έχει στόχο να φωτίσει ό,τι παρέμενε σιωπηλό. Να δώσει λέξεις σε αυτό που ήταν μόνο αίσθηση, νόημα σε αυτό που ήταν μόνο πόνος και χώρο σε αυτό που περίμενε για χρόνια να αναγνωριστεί.

Γιατί η μνήμη δεν είναι μόνο αυτό που θυμόμαστε. Είναι και αυτό που ζει μέσα μας, στο σώμα, στον εγκέφαλο, στις σχέσεις και στις ιστορίες που προηγήθηκαν από εμάς. Και όταν αυτές οι ιστορίες συναντούν την κατανόηση, την επίγνωση και τη θεραπευτική παρουσία, παύουν να είναι ένα ασυνείδητο βάρος και μπορούν να μετατραπούν σε γνώση, σύνδεση και ελευθερία.

Σημείωση: Το παραπάνω κείμενο δεν επέχει θέση θεραπευτικής παρέμβασης, παρά μόνο ενημέρωσης. Στα ιδιωτικά μου γραφεία στην ανατολική Θεσσαλονίκη και στο κέντρο της Αθήνας στο Παγκράτι, αλλά και διαδικτυακά υποστηρίζω άτομα και οικογένειες. Η κλινική μου εμπειρία έχει δείξει ότι νους- ψυχή και σώμα είναι σε διαρκή διάλογο.